ἐσσία

ἐσσία, , Pythag.[dialect] Dor.for οὐσία, Pl.Cra.401c. [full] ἔσσιμος,

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐσσία — ἐσσίᾱ , ἐσσία fem nom/voc/acc dual ἐσσίᾱ , ἐσσία fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εσσία — ἐσσία, ἡ (Α) δωρ. τ. τού ουσία* …   Dictionary of Greek

  • εσσιά — το (ξυλουρ.) εμπορική ονομασία τεχνικού ξύλου αφρικανικής προέλευσης …   Dictionary of Greek

  • ἐσσίας — ἐσσίᾱς , ἐσσία fem acc pl ἐσσίᾱς , ἐσσία fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐττία — ἐσσίᾱ , ἐσσία fem nom/voc/acc dual ἐσσίᾱ , ἐσσία fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσσίαν — ἐσσίᾱν , ἐσσία fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Hestia — Vesta Giustiniani (Rom) Hestia (griechisch Ἑστία, ionisch Ἱστίη „Herd“) ist in der griechischen Mythologie, die Göttin des Familien und Staatsherdes, des Herd und Opferfeuers und eine der zwölf olympischen Götter. Die …   Deutsch Wikipedia

  • ουσία — Κάτι που πραγματικά υπάρχει. Λέγεται επίσης και για κάτι που ικανοποιεί τη γεύση (το ψωμί χωρίς αλάτι δεν έχει ουσία). Ως σύνθετη, η λέξη έχει διάφορες έννοιες, όπως, για παράδειγμα, περιουσία. Ο όρος χρησιμοποιείται ιδιαίτερα στα φιλοσοφικά… …   Dictionary of Greek

  • es- —     es     English meaning: to be     Deutsche Übersetzung: ‘sein”     Note: Root es : “to be” derived from Root eĝ , eĝ(h)om, eĝō : “I” [O.Ind. ásmi “I am” = ahám (*eĝ(h)om) “I”]     Grammatical information: copula and verb substantive;… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.